Ο οδοντιατρική καρέκλα του G.Betjemann, Λονδίνο 1840.

 

Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη η χρονολογία της πρώτης κυκλοφορίας στο Λονδίνο της οδοντιατρικής καρέκλας του G.Betjemann – ενός κατασκευαστή επίπλων-  αν και αναφέρεται το 1840. Όπως ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή, δεν υπήρχε οργανωμένη κατασκευή κάποιων τυποποιημένων οδοντιατρικών καρεκλών, ούτε στην Αμερική αλλά και ούτε στην Ευρώπη. Οι ειδικές καρέκλες ήταν κατά κανόνα παραγγελίες οδοντιάτρων, οι οποίοι απευθύνονταν κυρίως σε κατασκευαστές επίπλων, ήταν ξύλινες και προσέφεραν κάποιες δυνατότητες προσαρμογής για την καλύτερη και ανετότερη εργασία του οδοντιάτρου και άνεση του ασθενή. Η πρώτη καρέκλα του Betjemann, η οποία ήταν εμπνευσμένη από την καρέκλα  του Snell (1832), ίσως ήταν η πρώτη την οποία ο κατασκευαστής της την διέθεσε στο εμπόριο μέσω του καταστήματός του στην Oxford street.

Μουσειακή καρέκλα του Betjemann.

Στο κάθισμα της καρέκλας του Betjemann, ήταν  ενσωματωμένα τα δύο υποβραχιόνια  και μετακινούνται καθ’ ύψος μαζί με το κάθισμα με έναν  μηχανισμό τροχαλίας που βρισκόταν  κάτω από το κάθισμα. Η κλίση της πλάτης του καθίσματος μεταβάλλονταν  με τη χρήση μανιβέλας (στο πλάι, στο πίσω μέρος) η οποία ρύθμιζε το μήκος δύο αλυσίδων οι οποίες τερματίζουν στο πίσω μέρος των υποβραχιόνιων. Το προσκέφαλο ρυθμίζονταν καθ' ύψος από μια λαβή από ελεφαντόδοντο που βρίσκονταν πίσω από την πλάτη, ενώ μπορούσε  να μετακινηθεί και πλευρικά.

Η συνεδρία της 6ης Απριλίου του 1857, της Οδοντοστοματολογικής Εταιρείας του Λονδίνου (Odontological Society), λίγους μόλις μήνες μετά την ίδρυση της και η οποία ήταν η πρώτη επαγγελματική οδοντιατρική  εταιρεία στην Αγγλία, περιελάβανε στο πρόγραμμα της την παρουσίαση από τον H.J. Barret μιας νέας  οδοντιατρικής  καρέκλας κατασκευασμένης από τον G.Betjemann.

Από την  συνεδρία της  6ης Απριλίου του 1857, της Οδοντοστοματολογικής Εταιρείας του Λονδίνου (Odontological Society).

Αρκετοί επιφανείς οδοντίατροι της εποχής,  όπως ο Edwin Sanders, οδοντίατρος της βασιλικής οικογένειας και ο John Tomes,  γνωστός για την έρευνά του και την πραγματεία του σχετικά με τη δομή των δοντιών, ήταν μέσα στο κοινό της παρουσίασης. Ο Tomes  μάλιστα, είπε ότι χρησιμοποιούσε ήδη μια ειδική οδοντιατρική καρέκλα, η οποία όμως  παραδέχτηκε ότι δεν ήταν τόσο πρακτική όσο η καρέκλα  του Betjemann. Λίγους μήνες αργότερα, δύο άρθρα στο περιοδικό, British Journal of Dental Science – ο πρόδρομος του British Dental Journal -  ανέφεραν ότι στην καρέκλα του Betjemann είχαν γίνει ορισμένες χρήσιμες βελτιώσεις και τονίσθηκε μια βελτίωση που πρότεινε ο Tomes στο εξάρτημα συγκράτησης της κεφαλής. Χαρακτηριστικό μάλιστα γεγονός, είναι ότι στο Μουσείο της Βρετανικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας υπάρχει η οδοντιατρική καρέκλα από το ιατρείο του John Tomes, η οποία είναι ένα μοντέλο της καρέκλας του Betjemann.

Αυτό το μοντέλο – θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε μοντέλο Betjemann #2, ενώ άλλοι την ονομάζουν καρέκλα του John Tomes, επειδή είχε ενσωματώσει τις βελτιώσεις που είχε προτείνει ο ίδιος  -είναι κατασκευασμένο από καρυδιά και καλυμμένο με  κόκκινο βελούδο και αναπαράγεται σε τεύχος του British Journal of Dental Science το 1857  και στον κατάλογο του οίκου Ash & Sons το 1858.Σε αυτό το μοντέλο το κάθισμα είναι ενωμένο με τα υποβραχιόνια, όπως στο παλιό μοντέλο του Betjemann, σχηματίζοντας  μια ενιαία μονάδα ξεχωριστή από τη βάση. Η ρύθμιση του ύψους πραγματοποιείται με τη λειτουργία ενός τροχού με το πόδι, η περιστροφική κίνηση του οποίου μεταδίδεται σε έναν μηχανισμό  κοχλιωτού γρύλου, που βρίσκεται κάτω από το κάθισμα. Παρά την  περιορισμένη διαφορά στο ύψος του καθίσματος  το οποίο περιορίζεται στα 22 cm, εντούτοις  ύψος του καθίσματος μπορεί να ρυθμιστεί αβίαστα και χωρίς να διακόπτεται η εργασία στο στόμα και είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία της καρέκλας του   Betjemann.  Αυτή η διαδικασία δυστυχώς εγκαταλείφθηκε και επανεμφανίστηκε μόνο το 1877 με την καρέκλα Wilkerson, η οποία κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ.

Από το περιοδικό British Journal of Dental Science του 1857 η καρέκλα του Betjemann. 


Η κλίση της πλάτης,  ελέγχεται με τη λειτουργία ενός μικρού στρόφαλου που βρίσκεται στο πίσω μέρος της πλάτης, και η ρύθμιση  καθορίζει το μήκος δύο αλυσίδων, μεταξύ της πλάτης και των δύο υποβραχιόνιων. Αυτός ο μηχανισμός είναι παρόμοιος με την πρώτη πολυθρόνα του Betjemann.

Ο σχεδιασμός του προσκέφαλου, είναι εντελώς πρωτότυπος. Το σχήμα του είναι  κυλινδρικό , πιεσμένο στο κέντρο και  περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα, δημιουργώντας μια έκκεντρη κίνηση που εξασφαλίζει μια διαδρομή οκτώ εκατοστών.

Συμπερασματικά και τα δύο μοντέλα της καρέκλας του Betjemann, είναι εμπνευσμένα από την πολυθρόνα του Snell (1832), αλλά με σαφώς βελτιωμένους μηχανισμούς για τη ρύθμισή τους.

Μουσειακό έκθεμα της καρέκλας  Betjemann #2, ενώ άλλοι την ονομάζουν καρέκλα του John Tomes.Η καρέκλα προέρχεται από το ιατρείο του Tomes.

Η απουσία αναφορών σε οδοντιατρικό εξοπλισμό στους καταλόγους του οίκου Ash & Sons πριν από το 1858, αποκαλύπτει ότι ειδική οδοντιατρική καρέκλα στην Αγγλία, χρησιμοποιήθηκε την περίοδο του 1950  μόνο από μια μειοψηφία διακεκριμένων οδοντιάτρων, όπως οι James Snell, John Tomes και Edwin Saunders  και ότι στην πλειονότητά τους οι Άγγλοι οδοντίατροι χρησιμοποιούσαν  καρέκλες με σταθερή πλάτη.

Το γεγονός αυτό εξηγεί την απουσία ανάλογου εξοπλισμού στα περίπτερα στην Παγκόσμιας Εμπορικής Έκθεσης  του Λονδίνου το 1850, αν και οι αμερικανικές εταιρείες που ήταν παρούσες σε αυτήν την εκδήλωση παρουσίαζαν ήδη ορισμένα μοντέλα οδοντιατρικών καρεκλών καθώς και πτυελοδοχείων  και όπως έχουμε δει και σε προηγούμενη ανάρτηση ο οδοντιατρικός κατάλογος  του εμπορικού οίκου Chevalier ήδη από το έτος 1855 περιλάμβανε ειδική οδοντιατρική καρέκλα και πτυελοδοχείο.(1)

 

1.        https://historydent.blogspot.com/2025/01/chevalier-1855.html

 

 

 

ΓΒ


Σχόλια