Ο Αρχιεπίσκοπος Arthur Richard Dillon ήταν ο νεότερος από τους πέντε γιους του Arthur Dillon του Roscommon και της Catherine Sheldon, η οποία καταγόταν από μια εξέχουσα Αγγλική οικογένεια Ιακωβίνων. Ο πατέρας του είχε αναγκαστεί να εξοριστεί στη Γαλλία σε ηλικία 21 ετών μετά την ήττα των Ιρλανδών Ιακωβιτών - οπαδοί της δυναστείας του Ιακώβου Β΄ στην Αγγλία και Σκωτία - στο Limerick της Ιρλανδίας, από τον Γουλιέλμο της Οράγγης. Στη Γαλλία έγινε Στρατηγός του γαλλικού στρατού και ενθάρρυνε τους γιους του να τον ακολουθήσουν στον στρατό. Ο Arthur Richard, ως ο νεότερος γιος, έγινε Επίσκοπος του Evreux στην ηλικία των 32 ετών και Αρχιεπίσκοπος της Τουλούζης στην ηλικία των 37 ετών. Ως Αρχιεπίσκοπος, χαρακτηρίστηκε ως «κοσμικός ιεράρχης», που σήμαινε ότι αφιερώθηκε λιγότερο στην πνευματική διεύθυνση της επισκοπής του και περισσότερο στην εγκόσμια ευημερία των κατοίκων της, εκτελώντας πολλά έργα κοινής ωφέλειας, γέφυρες, κανάλια, δρόμους, λιμάνια κ.λπ., ενώ ως σύγχρονος και λάτρης των επιστημών, δημιούργησε έδρες χημείας και φυσικής στα πανεπιστήμια του Μονπελιέ και της Τουλούζης. (1)
Στην ιδιωτική του ζωή, ως
Αρχιεπίσκοπος ήταν πολύ κοινωνικός με πάθος για το κυνήγι, την καλή ζωή και σπάταλος. Αν και τα
εισοδήματά του ήταν πολύ ψηλά, εντούτοις συνήθως αντιμετώπιζε οικονομικές
δυσκολίες, σπαταλώντας τα χρήματα σε δείπνα, δεξιώσεις και προκειμένου να
ικανοποιεί τα πάθη του με αποτέλεσμα να δημιουργεί πολλές οφειλές. Επιπλέον σε
ότι αφορά τα θρησκευτικά του καθήκοντα, δεν τον απασχολούσαν ιδιαίτερα,
αφιερώνοντας όσο το δυνατόν λιγότερο
χρόνο ταξιδεύοντας στις επαρχίες της δικαιοδοσίας του, προτιμώντας να
επιστρέψει το συντομότερο δυνατό στο Παρίσι
«για να ζήσει ως μεγάλος άρχοντας
και ως αυλικός στις Βερσαλλίες» συμμετέχοντας σε συμβούλια του Λουδοβίκου 16ου.
Μετά την Γαλλική επανάσταση, ο Αρχιεπίσκοπος
έφυγε από τη Γαλλία προκειμένου να γλυτώσει
από την γκιλοτίνα και το 1792
εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο σε μια σειρά από σχετικά μικρά ενοικιαζόμενα σπίτια
και έζησε στην εξορία για 14 χρόνια,
μέχρι τον θάνατό του το 1806.Αν και στις 15 Ιουλίου 1801, στο Παρίσι, ο
Ναπολέων και ο Πάπας Πίος Ζ΄ υπέγραψαν το Κονκορδάτο του 1801 και το μεγαλύτερο
μέρος του γαλλικού κλήρου που είχε εξοριστεί ή είχε κρυφτεί επέστρεψε για να
αναλάβει ξανά τα κανονικά του καθήκοντα. Ο Dillon, ωστόσο, δεν υπάκουσε στον
πάπα και απέρριψε το Κονκορδάτο, πιθανώς επειδή ο Πάπας είχε καταργήσει την
επισκοπική του έδρα ή επειδή ήθελε να αποφύγει την πληρωμή των χρεών του στη
Γαλλία.
![]() |
| Ο Αρχιεπίσκοπος Arthur Richard Dillon |
![]() |
| Οι πορσελάνινες οδοντοστοιχίες. Οι οπές συγκρατούσαν τα ελατήρια από χρυσό τα οποία βοηθούσαν στη συγκράτηση των οδοντοστοιχιών στη θέση τους. |
Οι οδοντοστοιχίες είναι
μοναδικά αρχαιολογικά ευρήματα και αντιπροσωπεύουν μια κομβική στιγμή στην
οδοντιατρική ιστορία, με την υιοθέτηση νέων υλικών και μεθόδων κατασκευής ενώ
ταυτόχρονα αντανακλά μια περίοδο σημαντικών κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών
για τα ανώτερα κλιμάκια της γαλλικής κοινωνίας.
Το 2007, αφού πλέον η σωρός του Αρχιεπισκόπου
είχε μεταφερθεί στη Γαλλία, επανενταφίστηκε, με μεγάλη τελετή, στον
Καθεδρικό Ναό της Narbonne.
Ωστόσο, οι οδοντοστοιχίες του παρέμειναν στην Αγγλία και εκτέθηκαν δημόσια την
Παγκόσμια Ημέρα Χαμόγελου τον Οκτώβριο του 2006 στο Μουσείο του Λονδίνου, και το
2008 βρήκαν μόνιμη στέγη στο Μουσείο Cobbe.
(1) Τον 18ο αιώνα στη Γαλλία, ο αρχιεπίσκοπος αποτελούσε μία από τις πιο ισχυρές μορφές του Παλαιού Καθεστώτος. Ο ρόλος του δεν περιοριζόταν στα καθαρά θρησκευτικά καθήκοντα, αλλά εκτεινόταν και στην πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική ζωή της χώρας. Ως ανώτατος εκκλησιαστικός ηγέτης μιας εκτεταμένης αρχιεπισκοπής, είχε την ευθύνη της εποπτείας των επισκόπων και του κατώτερου κλήρου, της διασφάλισης της ορθότητας της διδασκαλίας και της εύρυθμης λειτουργίας της Εκκλησίας. Μέσω των κηρυγμάτων και των θρησκευτικών τελετών, ασκούσε σημαντική επιρροή στη θρησκευτική συνείδηση των πιστών. Παράλληλα, ο αρχιεπίσκοπος διατηρούσε στενούς δεσμούς με τη βασιλική εξουσία. Η Καθολική Εκκλησία στη Γαλλία λειτουργούσε σε συνεργασία με τη μοναρχία, στηρίζοντας την ιδέα ότι ο βασιλιάς κυβερνούσε με θεϊκή νομιμοποίηση. Οι αρχιεπίσκοποι συμμετείχαν στα Γενικά Τάγματα ως εκπρόσωποι του Πρώτου Τάγματος και συχνά αναλάμβαναν πολιτικά ή διοικητικά αξιώματα, λειτουργώντας ως σύμβουλοι του βασιλιά. Έτσι, συνέβαλλαν στη διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής τάξης. Σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, οι αρχιεπίσκοποι προέρχονταν συνήθως από την αριστοκρατία και διαχειρίζονταν μεγάλες εκκλησιαστικές περιουσίες. Εισέπρατταν τη δεκάτη και διέθεταν σημαντικούς πόρους, τους οποίους χρησιμοποιούσαν τόσο για τη συντήρηση της Εκκλησίας όσο και για φιλανθρωπικούς σκοπούς, όπως η στήριξη των φτωχών, η λειτουργία νοσοκομείων και η εκπαίδευση. Η θέση τους τούς καθιστούσε σημαντικούς κοινωνικούς παράγοντες με επιρροή στις τοπικές κοινότητες.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, ο ρόλος του αρχιεπισκόπου άρχισε να αμφισβητείται. Οι ιδέες του Διαφωτισμού επέκριναν την ισχύ της Εκκλησίας και τη στενή της σχέση με τη μοναρχία, θεωρώντας τις εμπόδιο στην πρόοδο και την ελευθερία της σκέψης. Παρότι ορισμένοι αρχιεπίσκοποι επιχείρησαν να προσαρμοστούν στο νέο πνεύμα της εποχής, η Εκκλησία στο σύνολό της ταυτίστηκε με το Παλαιό Καθεστώς. Αυτός είναι και ο λόγος που, με το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, πολλοί αρχιεπίσκοποι βρέθηκαν στο επίκεντρο της κριτικής και των ριζικών αλλαγών που ακολούθησαν.
Παλαιότερες αναρτήσεις:
https://historydent.blogspot.com/2021/12/high-tech-alexis-duchateau-1714-1792.html
https://historydent.blogspot.com/2021/12/nicolas-dubois-de-chemant-1753-1824.html
https://historydent.blogspot.com/2021/12/jean-joseph-dubois-foucou-1747-1830.html




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου