Οι μοναχοί και η ενασχόλησή τους με την ιατρική και τη χειρουργική κατά τον Μεσαίωνα.

Μοναχοί εκτελούν επέμβαση στα μάτια ασθενούς.(17ος αιώνας)
Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι μοναχοί άρχισαν να ασχολούνται με την ιατρική και τη χειρουργική, βλέποντας τη φροντίδα των ασθενών ως έκφραση της χριστιανικής αγάπης και της φιλανθρωπίας. Στο Βυζάντιο, με πρότυπο το έργο του Μεγάλου Βασιλείου, τα μοναστήρια ίδρυσαν νοσοκομεία, πτωχοκομεία και ξενώνες, όπου οι μοναχοί πρόσφεραν περίθαλψη σε φτωχούς, αρρώστους και ταξιδιώτες. Παράλληλα, στη Δύση, από τον 6ο αιώνα, τα  μοναστήρια των Βενεδικτίνων μοναχών ανέλαβαν παρόμοιο ρόλο, συνδυάζοντας τη λατρεία με την προσφορά προς τον συνάνθρωπο.


Οι μοναχοί μελετούσαν αρχαία ιατρικά κείμενα, όπως του Ιπποκράτη και του Γαληνού, τα οποία αντέγραφαν και διέσωζαν στις βιβλιοθήκες των μονών. Επίσης, καλλιεργούσαν φαρμακευτικά φυτά στους κήπους τους και παρασκεύαζαν φάρμακα, αλοιφές και αφεψήματα για τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων. Μέσα στα μοναστήρια υπήρχαν ειδικοί χώροι, γνωστοί ως «φαρμακεία» ή «ιατρεία», όπου οι μοναχοί ετοίμαζαν αλοιφές, αφεψήματα και φάρμακα από τα φυτά που καλλιεργούσαν. Ο λόγος που ανέπτυξαν αυτή τη δραστηριότητα ήταν κυρίως η επιθυμία τους να προσφέρουν βοήθεια στους ανθρώπους που υπέφεραν, καθώς και η ανάγκη για αυτάρκεια, αφού πολλές περιοχές δεν διέθεταν γιατρούς ή οργανωμένα νοσοκομεία.

Μακέτα του ανακατασκευασμένου μοναστηριου του St. Gallen στην Ελβετία.

Μέσα από την εμπειρία τους στη φροντίδα των ασθενών, απέκτησαν και πρακτικές γνώσεις χειρουργικής, όπως η περιποίηση τραυμάτων και η αντιμετώπιση λοιμώξεων. Η ενασχόλησή τους αυτή δεν είχε μόνο θρησκευτικό αλλά και κοινωνικό χαρακτήρα, καθώς σε μια εποχή όπου οι γιατροί ήταν σπάνιοι, τα μοναστήρια αποτέλεσαν τα πρώτα οργανωμένα κέντρα ιατρικής περίθαλψης. Με αυτόν τον τρόπο, οι μοναχοί συνέβαλαν καθοριστικά στη διατήρηση και τη μετάδοση της ιατρικής γνώσης, αλλά και στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου, συνδυάζοντας την πίστη με την επιστήμη και την αγάπη προς τον πλησίον.

Τα αρχικά σχέδια των κήπων του St.Gallen,τα οποία συμπεριλαμβάνουν και τον βοτανικό κήπο.
Κατά τον Μεσαίωνα, η Καθολική Εκκλησία εξέδωσε σειρά αποφάσεων με τις οποίες απαγόρευσε στους ιερείς και μοναχούς την άσκηση ιατρικών και ιδιαίτερα χειρουργικών πράξεων. Η πρώτη και σημαντικότερη απαγόρευση θεσπίστηκε στη Σύνοδο του Τουρ το 1163, επί Πάπα Αλεξάνδρου Γ΄. Εκεί διατυπώθηκε η περίφημη φράση «Ecclesia abhorret a sanguine», δηλαδή «η Εκκλησία αποστρέφεται το αίμα». Σύμφωνα με αυτή την απόφαση, οι κληρικοί δεν επιτρεπόταν να εκτελούν χειρουργικές επεμβάσεις ή άλλες πράξεις που προκαλούσαν αιμορραγία, καθώς θεωρούνταν ασύμβατες με τον ιερό χαρακτήρα του λειτουργήματός τους και με τη συμμετοχή τους στα μυστήρια, ιδιαίτερα στη Θεία Ευχαριστία.

Η απαγόρευση αυτή επιβεβαιώθηκε και επεκτάθηκε αργότερα από τη Δ΄ Λατερανή Σύνοδο το 1215, υπό τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄. Εκεί ορίστηκε ότι οι κληρικοί και μοναχοί δεν έπρεπε να ασχολούνται με οποιαδήποτε ιατρική πράξη που θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη ή απώλεια αίματος, ούτε καν να συμμετέχουν έμμεσα σε τέτοιες δραστηριότητες, « ούτε ένας υποδιάκονος, διάκονος ή ιερέας μπορεί να ασκήσει την τέχνη της χειρουργικής, που περιλαμβάνει τον καυτηριασμό και την πραγματοποίηση τομών». Ο λόγος ήταν ότι η Εκκλησία ήθελε να διαχωρίσει σαφώς το πνευματικό έργο των ιερωμένων από τις κοσμικές ή «χειρωνακτικές» ασχολίες, θεωρώντας ότι η αποστολή τους ήταν η φροντίδα της ψυχής και όχι του σώματος.

Αναράσταση με τη βοήθεια της ΤΝ του βοτανικού κήπου του Αββαείου και μοναστηριού του Clyny στην Βουργουνδία.
 
Οι αποφάσεις αυτές είχαν σημαντικές συνέπειες για την εξέλιξη της ιατρικής στη Δύση. Οι κληρικοί, που μέχρι τότε είχαν σημαντικό ρόλο στην ιατρική φροντίδα και στη λειτουργία των μοναστηριακών νοσοκομείων, περιορίστηκαν πλέον κυρίως στη νοσηλευτική και φαρμακευτική φροντίδα, αποφεύγοντας κάθε επαφή με αίμα. Έτσι, η χειρουργική πρακτική πέρασε στα χέρια των κοσμικών «κουρέων- χειρουργών» (barber-surgeons), γεγονός που οδήγησε στον διαχωρισμό ανάμεσα στους ιατρούς που ασχολούνταν με τη θεωρητική ιατρική και στους χειρουργούς που εκτελούσαν τις επεμβάσεις.

Με αυτόν τον τρόπο, μέσα από τις αποφάσεις των Συνόδων του Τουρ και της Δ΄ Λατερανής, η Καθολική Εκκλησία καθόρισε για αιώνες τη στάση της απέναντι στην ιατρική πρακτική, επιδιώκοντας να προστατεύσει το κύρος και την αγνότητα του κλήρου, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε τη σταδιακή απομάκρυνση της Εκκλησίας από την επιστήμη της ιατρικής.

Λόγω των θρησκευτικών και υγειονομικών μοναστικών κανονισμών, οι μοναχοί έπρεπε να διατηρήσουν την παραδοσιακή φαλάκρα στην κορυφή του κεφαλιού των. Αυτό δημιούργησε μια ανάγκη για κουρείς, γιατί κάθε μοναστήρι έπρεπε να εκπαιδεύσει ή να προσλάβει έναν κουρέα.

Οι κουρείς, λόγω της φύσης του επαγγέλματός τους, είχαν εξοικείωση με αιχμηρά εργαλεία, σταθερό χέρι και δεξιοτεχνία, στοιχεία απαραίτητα για τη διενέργεια επεμβάσεων και ήδη από τον 10ο μ.Χ. αιώνα, εκτελούσαν πρακτικές ιατρικές διαδικασίες, όπως αιμοληψίες, εξαγωγές δοντιών, καυτηριασμούς και ράψιμο πληγών, που τότε θεωρούνταν βασικές χειρουργικές θεραπείες.

Επιπλέον, σε περιόδους πολέμων, οι ανάγκες για πρακτικούς θεραπευτές που μπορούσαν να φροντίσουν τραυματίες ήταν μεγάλες. Οι κουρείς, με τα εργαλεία τους και την εμπειρία τους στη χρήση τους, αποτέλεσαν την πιο κατάλληλη επιλογή για το ρόλο του χειρουργού πεδίου μάχης. Με τον καιρό, οι λεγόμενοι «κουρείς-χειρουργοί» απέκτησαν σημαντική θέση στην κοινωνία, εκτελώντας επεμβάσεις που οι μορφωμένοι ιατροί απέφευγαν.

Συμπερασματικά, οι κουρείς θεωρήθηκαν οι πλέον κατάλληλοι για χειρουργικές πράξεις στον Μεσαίωνα επειδή διέθεταν τις πρακτικές δεξιότητες, τα κατάλληλα εργαλεία και την κοινωνική αποδοχή να ασκούν ένα επάγγελμα που, παρότι θεωρούνταν κατώτερο, ήταν απολύτως αναγκαίο για τη φροντίδα των ανθρώπων της εποχής.

 

ΓΒ

 


Σχόλια