Το οδοντιατρικό αμάλγαμα
και οι εμφράξεις από αμάλγαμα έχουν
παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία της οδοντιατρικής για περισσότερα από 150
χρόνια. Υπάρχουν αναφορές ότι το αμάλγαμα
χρησιμοποιήθηκε ήδη στην Κίνα κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Τανγκ (618-906)
όπου o
Su
Kung το αναφέρει ως υλικό εμφράξεων με
την ονομασία «πολτός αργύρου». Κατά την
περίοδο Μινγκ (1368-1644), ο Li Shizhen (1518-1593) περιέγραψε μια σύνθεση του
αμαλγάματος με 100 μέρη υδράργυρο, 45 από άργυρο και 900 από ψευδάργυρο.
Στη Γερμανία αναφέρεται
ότι σφραγίσματα δοντιών με αμάλγαμα πραγματοποιήθηκαν το 1528 από τον Johanes
Stockers, γιατρό στο Ulm, ο οποίος μίλησε, στο έργο του Praxis Aurea, για ένα
αμάλγαμα που «σκληραίνει σαν πέτρα σε μια τρύπα του δοντιού». Αλλά το οδονιατρικό
αμάλγαμα δεν καθιερώθηκε πραγματικά στον δυτικό κόσμο μέχρι τη δεκαετία του
1830.
Ο Joseph Bell, Άγγλος χημικός, εφηύρε το ασημένιο οδοντιατρικό αμάλγαμα, γνωστό και ως «στόκος του Μπελ», περίπου το 1812.Ο άνθρωπος ο οποίος όμως ταυτίζεται με την καθιέρωση του οδοντιατρικου αμαλγάματος είναι ο Auguste Taveau (Louis Augustin Onésiphore Taveau), Γάλλος χειρουργός-οδοντίατρος που γεννήθηκε στη Χάβρη στις 28 Αυγούστου 1792.
Το 1826 σε τεύχος του ιατρικού
περιοδικού Gazette des Hôpitaux civils
et militaires δημοσιεύθηκε εργασία του Taveau με τίτλο "Réflexions pratiques sur l'obturation
ou plombage des dents" (Πρακτικές σκέψεις σχετικά με την έμφραξη των
δοντιών).
Το 1826 λοιπόν ο Taveau πρότεινε ως υλικό εμφράξεων των δοντιών το
οδοντιατρικό αμάλγαμα το οποίο παρασκεύαζε από ξύσματα ασημένιων
νομισμάτων αναμεμιγμένα με υδράργυρο. Το αμάλγαμα του Taveau περιείχε πολύ μικρή ποσότητα υδραργύρου και
προκειμένου ο άργυρος να αναμιχθεί με τον υδράργυρο έπρεπε να θερμανθεί. Το αμάλγαμα
ως εμφρακτικό υλικό είχε μικρότερο οικονομικό κόστος και μεγαλύτερη ευκολία χρήσης σε σύγκριση με
τα υπάρχοντα εκείνη την εποχή αντίστοιχα υλικά, όπως ο χρυσός. Ταυτόχρονα όμως παρουσίαζε πολλά πρακτικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης
της τάσης να διαστέλλεται σημαντικά μετά τη σκλήρυνση. Το 1833, δύο
Ευρωπαίοι, οι «αδελφοί Crawcour» (ο Edward Crawcour και ο ανιψιός του
Moses), έφεραν το αμάλγαμα του Taveau στις Ηνωμένες Πολιτείες με την ονομασία
«Royal Mineral Succedaneum». Η ιστορία
λέει ότι έβγαλαν πολλά χρήματα σφραγίζοντας δόντια με αμάλγαμα στη Νέα Υόρκη αλλά ταυτόχρονα εξόργισαν τον
τοπικό οδοντιατρικό κόσμο θεωρώντας την επιτυχία τους ως αθέμιτο
ανταγωνισμό. Ένας από τους
δυσαρεστημένους τοπικούς οδοντιάτρους σφράγισε
ένα δόντι του στους Crawcour και στη συνέχεια το αφαίρεσε μόνο και μόνο για να ελέγξει τη σύνθεσή του.
Όταν βρήκαν ότι το σφράγισμα περιείχε υδράργυρο τους κατήγγειλαν για να τους
συλλάβουν. Μέχρι την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης, ο Moses και ο Edward ήταν
ήδη καθ' οδόν προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά την αρχική πολεμική από ένα μέρος
του οδοντιατρικού «κατεστημένου» της Αμερικής για το αμάλγαμα, εντούτοις η
βελτίωσή του, το εύκολο της χρήσης του και ο οικονομικός παράγοντας, το καθιέρωσαν
σε σύντομο χρόνο ως το βασικό εμφρακτικό υλικό.
Ο Auguste
Taveau όμως, εκτός από επιτυχημένος οδοντίατρος και με μεγάλη συμβολή στην καθιέρωση του αμαλγάματος, είχε και μια
σκοτεινή πλευρά. Στο
μητρώο της Αστυνομικής Νομαρχίας του Παρισιού του 19ου αιώνα ,στην ενότητα ΒΒ4 με υπότιτλο « Pédés»,
που είναι το «μητρώο των
παιδεραστών» , που καθιερώθηκε κατά τη
Δεύτερη Δημοκρατία , αναφέρεται:
Louis Augustin Onésiphore
Taveau, οδοντίατρος, εφευρέτης ενός αμαλγάματος αργύρου, ο οποίος μετέδωσε τη
σύφιλη από την οποία υπέφερε στα αγόρια που ανέλαβε και υιοθέτησε .
Ο Taveau
εξαφανίστηκε κατά το τελευταίο στάδιο της ζωής και είναι άγνωστο το που και
πότε πέθανε.
https://archive.org/details/BIUSante_90130x1840/page/n7/mode/2up
.png)
.png)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου