Γυναίκες οδοντίατροι (6). Henriette Pagelsen (1834-1911),η πρώτη διπλωματούχος οδοντίατρος στην Γερμανία.
![]() |
| Αναμνηστική πλακέτα της Henriette Pagelsen στο σπίτι της στο Βερολίνο. |
Στην Γερμανία το επάγγελμα του οδοντιάτρου θεσμοθετήθηκε το 1952 με τον «Νόμο για την Άσκηση της Οδοντιατρικής» (Gesetz über die Ausübung der Zahnheilkunde).Πριν από αυτή ττη νομοθετική ρύθμιση, η οδοντιατρική ασκούνταν συχνά από εμπειρικούς πρακτικούς, δηλαδή άτομα που είχαν μάθει την τέχνη μέσω μαθητείας ή εμπειρίας και όχι μέσω επίσημης εκπαίδευσης. Οποιοσδήποτε μπορούσε να δηλωθεί ως οδοντίατρος (Zahnarzt) , καθώς δεν υπήρχε νομοθετική ρύθμιση που να περιορίζει τη χρήση του τίτλου.
Ιστορικά, όπως και σε πολλά μέρη της Ευρώπης, η οδοντιατρική στη Γερμανία συνδεόταν με τους κουρείς-χειρουργούς (Barbier-Chirurgen), οι οποίοι προσέφεραν εξαγωγές δοντιών, περιποίηση πληγών, αφαιμάξεις και άλλες απλές χειρουργικές πράξεις.
Σε μερικές Γερμανικές περιοχές, όπως π.χ. στην Πρωσία, είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν τοπικές ρυθμίσεις, αλλά αυτές δεν ήταν ενιαίες ή υποχρεωτικές για όλη τη χώρα.
Η ηγετική φυσιογνωμία του Philipp Pfaff (1713-1766), ο πρώτος Γερμανός οδοντίατρος που εισήγαγε επιστημονικές αρχές στην οδοντιατρική, ήδη από τον 18ο αιώνα, προσπάθησε να αναδείξει την αναγκαιότητα της οργανωμένης εκπαίδευσης στην οδοντιατρική.
Παρά όμως αυτές τις προσπάθειες αυτές, η οδοντιατρική εξακολουθούσε να είναι υποβαθμισμένη ως επάγγελμα και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, θεωρούνταν δευτερεύουσα ειδικότητα της ιατρικής και όχι ανεξάρτητο επάγγελμα.
Το 1909, με την ίδρυση της Deutsche Zahnärztliche Gesellschaft (Γερμανική Οδοντιατρική Ομοσπονδία), από όσους ασκούσαν αποκλειστικά την οδοντιατρική αυξήθηκαν οι πιέσεις για τη νομοθετική ρύθμιση του επαγγέλματος . Αποτέλεσμα αυτών των πιέσεων ήταν το 1920, να καθιερωθεί σε μερικές περιοχές της Γερμανίας η υποχρέωση οδοντιατρικής εκπαίδευσης, χωρίς ακόμη να υπάρχει εθνικό πλαίσιο. Αν και το δίπλωμα οδοντιάτρου ( Zahnarztdiplom) μπορούσε να το αποκτήσει κάποιος μετά από φοίτηση σε ορισμένα πανεπιστήμια ή άλλα ιδρύματα, εντούτοις δεν ήταν υποχρεωτικό για την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος.
Αποτέλεσμα αυτής της ανομοιογένειας των οδοντιάτρων στην Γερμανία, η ποιότητα της παροχής οδοντιατρικής φροντίδας εξαρτιόταν από την προσωπική κατάρτιση του κάθε "οδοντίατρου".
Ο νόμος του 1952 έβαλε τέλος σε αυτή την ανομοιογένεια όσων ασκούσαν την οδοντιατρική καθιερώνοντας υποχρεωτική πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην οδοντιατρική.
Έτσι η χρήση του τίτλου οδοντίατρος "Zahnarzt", χρησιμοποιείται πλέον μόνο από άτομα με τα κατάλληλα προσόντα και πανεπιστημιακή εκπαίδευση και η οδοντιατρική έγινε πλέον στη Γερμανία, ένα πλήρως επαγγελματικό και επιστημονικό πεδίο, διασφαλίζοντας την ποιότητα των υπηρεσιών και την ασφάλεια των ασθενών.
Η Henriette Pagelsen γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1834 στο Westerland στο Sylt και ήταν το τρίτο παιδί του πάστορα της επαρχίας Daniel FC Pagelsen και της συζύγου του Margaretha. Μεγάλωσε στο Hörnerkirchen και είχε μια παιδική ηλικία που επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον πατέρα της. Τα παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο, αλλά διδάσκονταν από αυτόν στο σπίτι. ο οποίος περιγράφεται ως ένας φιλελεύθερος άνθρωπος που έδινε μεγάλη σημασία στην καλή εκπαίδευση των παιδιών του. Ωστόσο, ακολούθησε επίσης τα συνηθισμένα αστικά εκπαιδευτικά πρότυπα της εποχής: Όταν η Henriette άρχισε κρυφά να μαθαίνει λατινικά με τον αδερφό της, ο πατέρας της της το απαγόρευσε: «... τα κορίτσια δεν χρειάζονται λατινικά, η ζωή τους είναι να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια."
Σε ηλικία δεκαεννέα ετών, η Henriette παντρεύτηκε τον πλούσιο αγρότη Christian Hirschfeld ο οποίος ήταν ένας πότης που την κακοποιούσε με αποτέλεσμα σύντομα να καταστρέψει την φάρμα του και ο γάμος να διαλυθεί. Η νεαρή Henriette, φτωχή, συντετριμμένη σε σώμα και πνεύμα, βρήκε καταφύγιο στο σπίτι της αδερφής της, που ήταν παντρεμένη με γιατρό. Τότε ξεκίνησε να αναζητήσει μια επαγγελματική καριέρα για τη ζωή της και επειδή δεν είχε την ικανότητα να γίνει δασκάλα, και άλλα επαγγέλματα δεν ήταν ανοιχτά για τις γυναίκες εκείνη την εποχή, ένας αβάσταχτος πονόδοντος, από τον οποίο υπέφερε από την παιδική της ηλικία, της έδωσε την ιδέα να σπουδάσει οδοντιατρική.
Εκείνη την εποχή στην Γερμανία υπήρχε πλήρης απόρριψη της ιδέας γυναίκες να σπουδάσουν στην ιατρική. Ήταν μάλιστα γνωστή η αποστροφή του μεγάλου ανατόμου, φυσιολόγου και εμβρυολόγου καθηγητή Theodor von Bischoff (1807-1882 ) ότι: «Αν υποθέσουμε ότι μια γυναίκα έχει αρκετή δύναμη, αυτοπεποίθηση και ηρεμία στις κινήσεις της για να κάνει οδοντιατρικές επεμβάσεις, αυτό δεν θα ήταν δυνατό χωρίς μια ταυτόχρονη βαρβαρότητα και αναισθησία, που συγχωράει κανείς σε έναν άνδρα και δεν περιμένει τίποτα λιγότερο από αυτόν, αλλά που αντίθετα θα προκαλέσει μια πολύ δυσάρεστη και αποκρουστική εντύπωση για μια γυναίκα οδοντίατρο».
Το 1866 η Henriette μετακόμισε στο Βερολίνο όπου ένας Αμερικανός οδοντίατρος ο Frank Abbott, τη συμβούλεψε, επειδή δεν υπήρχαν ευκαιρίες οδοντιατρικής εκπαίδευσης στη Γερμανία εκείνη την εποχή, να πάει στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Η Hirschfeld αποφασισμένη να πάει στις ΗΠΑ, εξασφάλισε πρώτα την άδεια από τον Υπουργό Παιδείας ότι θα της επιτρέψει να ασκήσει το επάγγελμα στην Πρωσία μετά την επιστροφή της. Στη συνέχεια έμαθε αγγλικά, απέκτησε τις απαραίτητες πρακτικές γνώσεις εργαζόμενη ως εκπαιδευόμενη σε έναν οδοντίατρο του Βερολίνου και το φθινόπωρο του 1867, σε ηλικία 33 ετών. έφυγε από το Βερολίνο για την Αμερική.
Ο Frank Abbott είχε ιδρύσει το Κολέγιο Οδοντιατρικής Χειρουργικής της Πενσυλβάνια στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, όπου η Hirschfeld υπέβαλε αίτηση για την εγγραφή της η οποία όμως την πρώτη φορά απορρίφθηκε. Το γεγονός για τα δεδομένα της εποχής ήταν φυσικό μιας και στη Φιλαδέλφεια κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ για γυναίκες οδοντιάτρους και η σχολή [επομένως] αποφάσησε αρνητικά. Η επίμονή της όμως αλλά κυρίως η ένθερμη υποστήριξη από τον καθηγητή Truman William Brophy (1848 –1928) ο οποίος μέσω της συζύγου του είχε γίνει υποστηρικτής του γυναικείου κινήματος. Ο Brophy έφτασε στο σημείο να απειλήσει το συμβούλιο της Σχολής με παραίτηση, το συμβούλιο όμως διαπιστώνοντας ότι ήταν απαραίτητος ενέδωσε και έτι η νεαρή Γερμανίδα έγινε η πρώτη γυναίκα η οποία φοίτησε στο Κολέγιο Οδοντιατρικής Χειρουργικής της Πενσυλβάνια.
Κατά την 2ετή φοίτησή της η Hirschfeld συνάντησε αρχικά προκαταλήψεις και αντιδράσεις, αλλά τελικά έγινε σεβαστή από τους άντρες συμμαθητές της και ολοκλήρωσε με επιτυχία τις σπουδές της μετά από δύο χρόνια. Ωστόσο, η επιτυχία της δεν διευκόλυνε άλλες γυναίκες να αποκτήσουν πρόσβαση στο Κολέγιο επειδή η διοίκηση προσπάθησε να εμποδίσει τις Αμερικανίδες να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Hirschfeld.
Η Hirschfeld σπούδασε στις ΗΠΑ με την οικονομική στήριξη από Lette-Verein (Lette Society) ένα Γερμανικό εκπαιδευτικό οργανισμό για τις εφαρμοσμένες τέχνες ο οποίος Ιδρύθηκε το 1866 στο Βερολίνο και αρχικά ήταν μια τεχνική σχολή για κορίτσια kαι γενικά υποστήριζε την εκπαίδευση και επαγγελματικό προσανατολισμό κοριτσιών.
Επιστρέφοντας πίσω στο Βερολίνο το 1869 άνοιξε το δικό της οδοντιατρείο στο κέντρο του Βερολίνου, το οποίο προοριζόταν κυρίως για γυναίκες και παιδιά δημιουργώντας γρήγορα μια λαμπρή πελατεία και ταυτόχρονα συναναστρεφόμενη στους καλύτερους κύκλους της Βερολινέζικης ελίτ. Η επαγγελματική της όμως επιτυχία δεν της αρκούσε, έτσι δεν σταμάτησε να προτρέπει, με επιτυχία μάλιστα, νέες γυναίκες να ακολούθησαν το παράδειγμά της και σπούδασαν οδοντιατρική στην Αμερική, ενώ ταυτόχρονα έπεισε τις φίλες της, Emilie Lehmus και Franziska Tiburtius, να σπουδάσουν ιατρική στη Ζυρίχη και έγιναν οι πρώτες γυναίκες γυναικολόγοι στο Βερολίνο.
Τον χειμώνα του 1872, η Hirschfeld παντρεύτηκε τον αδερφό της φίλης της τον γιατρό Karl Tiburtius, και σε αυτόν τον δεύτερο γάμο βρήκε την ευτυχία που της είχαν στερηθεί στο παρελθόν. Από αυτόν τον γάμο απέκτησε δύο παιδιά και συνεχίζοντας τις υποχρεώσεις της ως νοικοκυρά , δεν εγκατέλειψε τη δουλειά της και συνέχισε να δουλέψει στο δικό της οδοντιατρείο
Εκτός από τη δουλειά της και την οικογένειά της, η Hirschfeld-Tiburtius συμμετείχε στα κοινωνικά δρώμενα με διάφορους τρόπους. Μεταξύ άλλων, μαζί με άλλες γυναίκες ίδρυσαν έναν σύλλογο για την εκπαίδευση των κοριτσιών που εγκατέλειπαν το σχολείο, ενώ ίδρυσε με άλλες γυναίκες γιατρούς μια «πολυκλινική γυναικών γιατρών για γυναίκες και παιδιά». Το 1893, για τη συμμετοχή της σε διάφορες γυναικείες ενώσεις, η Hirschfeld-Tiburtius διορίστηκε στην κύρια επιτροπή του γερμανικού γυναικείου τμήματος στην Παγκόσμια Έκθεση του 1893 στο Σικάγο, όπου παρουσίασε το έργο των γερμανικών συλλόγων γυναικών.
Στα τέλη του αιώνα, το 1899, ο Hirschfeld-Tiburtius έδωσε το ιατρείο και το σπίτι της στην ανιψιά της, Elisabeth von Widekind η οποία είχε σπουδάσει οδοντιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.
Στις 25 Αυγούστου 1911 πέθανε στο Marienfelde όπου είχε εγκατασταθεί με τον σύζυγό της τα τελευταία χρόνια, ένα χρόνο μετά τον σύζυγό της, σε ηλικία 77 ετών «μια από τις πιο πιστές και γενναίες πρωτοπόρους του γυναικείου κινήματος».
ΓΒ
.png)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου