Charles Goodyear (1800-1860). Η δραματική ζωή του ανθρώπου ο οποίος ανακάλυψε το υλικό που έκανε τις οδοντοστοιχίες προσιτές στον πολύ κόσμο!!


 Ο Charles Goodyear αποτελεί το κλασικό παράδειγμα  ενός εφευρέτη η αφοσίωση του οποίου σε μια αξιοθαύμαστη εφεύρεση, αντί να του φέρει  φήμη και πλούτη, αντίθετα του φέρνει δυστυχία και φυλακή.

Ο Charles Goodyear γεννήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου του 1800 στο New Haven του Κονέκτικατ και ο πατέρας του ήταν μηχανικός και ασχολείτο με μικροεφευρέσεις και κατασκευές σχετικές με  αγροτικό εξοπλισμό και εργαλεία. Ήταν το μεγαλύτερο από τα έξη παιδιά μιας οικογένειας η οποία έβγαζε άνετα τα προς το ζην και από πολύ μικρός και ο ίδιος μπήκε στην δουλειά του πατέρα του. Μέχρι τα 17 χρόνια του φοίτησε στο δημόσιο σχολείο και μετά οι γονείς του τον έστειλαν στην Φιλαδέλφεια να δουλέψει ως πωλητής   προκειμένου να μάθει από πρώτο χέρι την τέχνη του εμπόρου.

Φιλάσθενος όμως όπως ήταν από μικρός και τα πολλά προβλήματα υγείας τον ανάγκασαν το 1822 να επιστρέψει στην γενέτειρά του και να ενταχθεί στην πατρική επιχείρηση.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1824 σε ηλικία 24 ετών, παντρεύτηκε τη σύζυγό του Clarissa και απέκτησε μαζί της έξι παιδιά. Το 1826 μάλιστα, με τις δουλειές να πάνε αρκετά καλά, αυτός και η γυναίκα του άνοιξαν παράρτημα του πατρικού καταστήματος γενικού εμπορίου στην Φιλαδέλφεια. Κι εκεί που όλα φαινόταν να πάνε καλά, η ζωή του θα έπαιρνε ξαφνικά τελείως διαφορετική τροπή.

Ήταν στις αρχές του 1830 όταν έλαβαν χώρα τα δύο γεγονότα που θα άλλαζαν άρδην την ζωή του. Το πρώτο ήταν ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του πτώχευσαν και πλέον έπρεπε να αναζητήσουν άλλη απασχόληση για να ξεπληρώσουν τα χρέη τους και να συντηρήσουν τις οικογένειές  τους. Το επόμενο γεγονός συνέβη το καλοκαίρι του 1834 όταν  μπήκε στο νεοϋορκέζικο  κατάστημα της Roxbury India Rubber Co, η οποία ήταν η πρώτη Αμερικανική εταιρεία η οποία κατασκεύαζε προϊόντα από καουτσούκ και ο διευθυντής του καταστήματος του έδειξε έναν σωρό από προϊόντα κατασκευασμένα από καουτσούκ τα οποία οι δυσαρεστημένοι πελάτες τα είχαν επιστρέψει λόγω του ότι  έλιωναν στην ζέστη του καλοκαιριού και αποτελούσαν μια δύσοσμη κολλώδη μάζα.  

Έτσι  ο «πυρετός του ελαστικού» ο οποίος είχε ξεκινήσει στις Η.Π.Α. το 1830,ήταν έτοιμος να πεθάνει. Εκεί που όλοι ήθελαν λίγο πρωτύτερα τα προϊόντα που κατασκευάζονταν από τη νέα «αδιάβροχη τσίχλα» που ερχόταν από τη Βραζιλία και κυρίως την Ινδία και παρασκευαζόταν πια από σωρεία αμερικανικών εργοστασίων, πλέον κανείς δεν ήθελε να ακούσει για το βρομο-ελαστικό! Κι αυτό γιατί πάγωνε τον χειμώνα και έλιωνε το καλοκαίρι. Κι έτσι καμιά βιομηχανία δεν επιβίωσε πάνω από πέντε χρόνια, κοστίζοντας στους επενδυτές πολλά χαμένα εκατομμύρια. Όπως όλοι  έλεγαν τότε εξάλλου, το ελαστικό ήταν μια ξοφλημένη ιστορία.


Το μυστηριώδες ελαστικό κόμμι καρφώθηκε όμως στο μυαλό του Goodyear, ο οποίος στα 34 χρόνια του και χωρίς δουλειά στα χέρια του έβαλε σκοπό να κάνει την ουσία κατάλληλη για χρήση. Έτσι ξεκίνησε  το έργο ζωής του, να μετατρέψει δηλαδή το πρακτικά άχρηστο και εμπορικά τελειωμένο καουτσούκ σε ένα λειτουργικό προϊόν για κάθε χρήση, ένας στόχος όμως ο οποίος δεν ήταν καθόλου εύκολος. Χωρίς λεφτά για να χρηματοδότηση τα πειράματά  του, χωρίς γνώσεις χημείας, με την μέθοδο της δοκιμής και του λάθους, αναμείγνυε το καουτσούκ με τα πάντα και προχωρούσε με αμείωτο ζήλο και πάθος προς τον τελικό του στόχο.

Ταυτοχρόνως, μπαινοβγαίνει στη φυλακή για χρέη,αυτός όμως ακόμα και στο κελί ζητά από τη γυναίκα του να του φέρνει καουτσούκ για να συνεχίσει τα πειράματά  του!

Έπειθε μια στο τόσο καρδιακούς φίλους να τον χρηματοδοτούν και τα πειράματα με το λάστιχο, που γίνονταν στην κουζίνα της οικίας του με τη βοήθεια της συζύγου και των μεγαλύτερων παιδιών του, συνεχίζονταν καθημερινά, με τους γείτονες να παραπονούνται για τη δυσοσμία που αναδυόταν από το σπίτι των Goodyear.

Μέχρι το 1836, είχε σημειώσει σχετική επιτυχία, αφού ανακάλυψε μια μέθοδο επεξεργασίας του καουτσούκ με νιτρικό οξύ, περιορίζοντας κάπως τα μειονεκτήματα του ελαστικού σε  αντοχή στις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Παρά τα μειονεκτήματά  του, εντούτοις ήταν το καλύτερο επεξεργασμένο καουτσούκ που είχε δεν ποτέ του να κυκλοφορεί στο εμπόριο. Η εμπορική προσπάθεια με την αξιοποίηση του  θα τον οδηγήσει στην πτώχευση για άλλη μία φορά το 1837,ενώ για να προσελκύει το ενδιαφέρον του κόσμου και πιθανών επενδυτών ο ίδιος φορούσε ρούχα από το καουτσούκ που κατασκεύαζε ο ίδιος.

Διαφήμηση εποχής για αδιάβροχα κατασκευασμένα από ελαστικό πατενταρισμένο από τον Goodyear.

Η επόμενη εμπορική προσπάθεια, η οποία κατέληξε και αυτή σε αποτυχία, ήταν με τον Nathaniel Hayward, έναν εφευρέτη ό οποίος είχε αναπτύξει μια βελτιωμένη μέθοδο βουλκανισμού και η εταιρεία την οποία ίδρυσαν από κοινού μπόρεσε να πουλήσει 150 σάκους από επεξεργασμένο ελαστικό στα Αμερικανικά Ταχυδρομεία, οι οποίοι όμως έλιωσαν στην καλοκαιρινή ζέστη. 

Η μεγάλη ανακάλυψη  όμως  ήρθε τον χειμώνα του 1839. Ο Goodyear χρησιμοποιούσε στα πειράματά του πλέον   θειάφι και ένα πρωινό του Φεβρουαρίου έριξε κατά λάθος το ζεστό μείγμα από καουτσούκ και θειάφι πάνω στον αναμμένο φούρνο. Όταν προσπάθησε να το καθαρίσει, παρατήρησε ότι αντί να έχει λιώσει, είχε αντιθέτως στεραιοποιηθεί και έμοιαζε  με δέρμα.

Ο Goodyear είχε ανακαλύψει το κλειδί της διαδικασίας που θα ονομαζόταν βουλκανισμός, η χημική επεξεργασία του καουτσούκ για τη βελτίωση των φυσικών και μηχανικών ιδιοτήτων του δηλαδή, εν προκειμένω η θέρμανση του μείγματος καουτσούκ και θειαφιού. Στις 14 Ιουνίου του 1844  του χορηγήθηκε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις Η.Π.Α., αν και το πολύ κακό επιχειρηματικό του δαιμόνιο τον έκανε να την κατοχυρώσει σε εξωφρενικά χαμηλή τιμή, έτσι πολύ γρήγορα δύο αμερικανικά εργοστάσια τα οποία εξαγόρασαν την πατέντα,άρχισαν να παρασκευάζουν προϊόντα από βουλκανισμένο καουτσούκ  ενώ και πολλά άλλα έκλεψαν την πατέντα. Το λάστιχο είχε έρθει για τα καλά στην Αμερική ενώ ο εφευρέτης του δεν καρπώθηκε τίποτα από την απίστευτη επιτυχία του υλικού.

Από την πλευρά του ο Goodyear συνέχιζε να πειραματίζεται για την βελτίωση της εφεύρεσής του, ενώ είχε σαν στόχο να φτιάξει τα πάντα από βουλκανισμένο καουτσούκ: από χαρτονομίσματα και μουσικά όργανα μέχρι σημαίες, κοσμήματα και ιστία πλοίων και ο ίδιος  πλέον φορούσε αποκλειστικά ρούχα από καουτσούκ, όπως καπέλα, γιλέκα, παλτό και γραβάτες…

Από το 1850 και μέχρι τον θάνατό του ο Goodyear προσέλαβε τον φημισμένο δικηγόρο και πολιτικό Daniel Webster για να τον βοηθήσει με δικαστικές αγωγές στις Η.Π.Α., να εισπράξει τα οφειλόμενα από την εκμετάλλευση της εφεύρεσής του από 32 πειρατικές επιχειρήσεις, εντούτοις όμως η αμοιβή του δικηγόρου ήταν τελικά πολύ μεγαλύτερη από τα έσοδα που μάζεψε από τις δικαστικές αυτές περιπέτειες!

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα το οποίο ήταν αποτέλεσμα της κωλυσιεργίας του, ήταν ότι δεν κατάφερε να αποκτήσει τα εμπορικά δικαιώματα της χρήσης του βουλκανισμένου καουτσούκ στο εξωτερικό, ειδικά στην Μ.Βρετανία όπου ο Thomas Hancock είχε προλάβει, με διαφορά κάποιων μηνών, να αποκτήσει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την ίδια ακριβώς μέθοδο επεξεργασίας του ελαστικού κόμεος την οποία μάλιστα ονόμασε βουλκανισμό,από το όνομα του μυθικού Θεού της φωτιάς των Ρωμαίων ο οποίος ονομάζετο Vulcanus.

Οδοντοστοιχία από βουλκανίτη.(British Dental Association)
V

Αδιαφορώντας για τον ανταγωνισμό από όσους  του είχαν κλέψει την εφεύρεση, ήθελε να φτιάξει μια νέα μονάδα παραγωγής για το υλικό του, γι’ αυτό και δανείστηκε μεγάλα ποσά για εξωφρενικές επιδείξεις του υλικού του - είχε στήσει πελώρια περίπτερα εξολοκλήρου κατασκευασμένα από ελαστικό - στις Διεθνείς Εκθέσεις του Λονδίνου  το 1851 και του  Παρισιού  το 1855.Αποτέλεσμα, όχι μόνο δεν αποκόμισε τίποτα από τη διεθνή επίδειξη του βουλκανισμένου καουτσούκ του, αλλά βρέθηκε για άλλη μια φορά στη φυλακή, στη Γαλλία αυτή τη φορά, για τα νέα χρέη του (δεν μπορούσε να πληρώσει ούτε το δωμάτιο του ξενοδοχείου του!).

Και όσο ήταν στη φυλακή, του απονεμήθηκε το σπουδαίο μετάλλιο «Σταυρός του Τάγματος της Τιμής» από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ναπολέων Γ’, παρά το γεγονός ότι του αρνήθηκαν την πνευματική κατοχύρωση του βουλκανισμένου καουτσούκ στη Γαλλία εξαιτίας κάποιων τεχνικών λεπτομερειών.

Απόφαση του 1852 σε μία από τις πολλές μεγάλες δικαστικές διαμάχες του Goodyear με τον επιχειρηματία Horace H.Day  σχετικά με το δικαιώματα χρήσης της ανακάλυψής της μεθόδου του βουλκανισμού. 

 Ο Goodyear επέστρεψε στην Αμερική έπειτα από χρόνια, όταν η νέα εταιρία που ίδρυσε στη Γαλλία πτώχευσε κι αυτή. Ήταν και πάλι άρρωστος, χωρίς λεφτά  και ξοφλημένος. Εγκαταστάθηκε και πάλι στη Νέα Υόρκη, λίγο αργότερα όμως η κόρη του πέθανε και επιστρέφοντας στο New Haven για την κηδεία της, άφησε την τελευταία του πνοή στο ταξίδι. Ήταν την 1η Ιουλίου του 1860 όταν έφυγε από τον κόσμο, αφήνοντας στην οικογένειά του χρέη 200.000 δολαρίων, την ίδια στιγμή που τόσες και τόσες βιομηχανίες ανά τον κόσμο, θησαύριζαν από την εφεύρεσή του.

Ο Goodyear οραματίστηκε το ελαστικό ως το πολυχρηστικό υλικό που το ξέρουμε σήμερα, ως το πρώτο και πιο ευέλικτο από όλα τα σύγχρονα «πλαστικά». Το ήθελε να είναι «φυτικό δέρμα» ή «ελαστικό μέταλλο» και να αφορά στα πάντα, με πολλές μάλιστα από τις ιδέες του να βρίσκονται σήμερα σε καθημερινές χρήσεις. Τέλος, μια ακόμα μακρά σειρά από σύγχρονες χρήσεις του βουλκανισμένου ελαστικού, όπως μπογιά από καουτσούκ, εξαρτήματα αυτοκινήτων, ελαστικά καροτσάκια, φουσκωτές σωσίβιες λέμβοι, στολές βατραχανθρώπων και τόσα ακόμα είχαν γεννηθεί στο μυαλό του Goodyear  πριν από τουλάχιστο νενάμιση αιώνα.

Η σύζυγός του αποδείχτηκε πολύ καλύτερη στη διαχείριση των δικαιωμάτων της εφεύρεσης και μέσα σε λίγο χρόνο κατάφερε να μαζέψει πολλά οφειλόμενα, εξασφαλίζοντας πια σε όσους Goodyear είχαν απομείνει, μια  άνετη ζωή. Ο γιος του Τσαρλς έβαλε την εφεύρεση του πατέρα του σε λειτουργία χρόνια αργότερα και έγινε πλούσιος κατασκευάζοντας παπούτσια από ελαστικό.

Ούτε ο Τσαρλς ούτε άλλο μέλος των Goodyear συνδέθηκαν ωστόσο με τη φίρμα που πήρε το όνομά του, τον σημερινό κολοσσό Goodyear Tire & Rubber Co  ο οποίος ιδρύθηκε στο Οχάιο το 1898.

https://www.youtube.com/watch?v=N6Zd0HrTzHk&t=64s


ΓΒ



Σχόλια