Οι
Φοίνικες υπήρξαν ένας λαός θαλασσοπόρος κι ελάχιστα είναι γνωστά για τον
πολιτισμό τους. Το κράτος της Φοινίκης περιελάμβανε εδάφη του σημερινού Λιβάνου
και ένα τμήμα των κρατών της Συρίας και του Ισραήλ. Οι κυριότερες πόλεις ήταν η
Τύρος, η Σιδώνα, η Βηρυτός και η Βύβλος. Από τη Βύβλο προέρχεται και η ελληνική
λέξη για το βιβλίο και τη Βίβλο, ἡ βύβλος.
Ελάχιστα
είναι γνωστά για τους Φοίνικες. Αν και είχαν αλφάβητο 22 γραμμάτων εντούτοις
άφησαν ελάχιστα γραπτά μνημεία και σχεδόν καθόλου λογοτεχνία. Αν και οι
Φοίνικες είναι κυρίως γνωστοί ως οι μεγαλύτεροι έμποροι του αρχαίου κόσμου ήταν
εξαιρετικοί μεταξύ άλλων τεχνών και στη μεταλλοτεχνία. Από πολλές αρχαιολογικές
αποστολές έχει ανακαλυφθεί μεγάλος αριθμός μεταλλικών αναθημάτων και λαμπρών
κοσμημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα Ομηρικά έπη οι Σιδώνιοι αναφέρονται ως
περίφημοι χαλκουργοί. Ίσως σε αυτή την ικανότητα εκλεπτυσμένης και περίτεχνης
επεξεργασίας των μετάλλων θα πρέπει να αποδώσουμε τις φοινικικές οδοντικές
προσθετικές εργασίες.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί στην Αίγυπτο έχει
ανακαλυφθεί ένας μικρός αριθμός αν και αμφιλεγόμενων οδοντικών προσθετικών
κατασκευών. Γενικά οι οδοντικές κατασκευές οι οποίες ανακαλύφθηκαν στην
ανατολική Μεσόγειο εντοπίζονται σε τρεις κυρίως γεωγραφικές περιοχές: τη
Φοινίκη, τη Αιγύπτου και της Ελλάδας (Τανάγρα – Ερέτρια). Ειδικά οι φοινικικές
οδοντικές προσθέσεις βρέθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Σιδώνας και η
χρονολογία τους, αν και δεν ταυτίζεται απόλυτα, σε αδρές γραμμές εντοπίζεται
περί τον 4ο έως τον 5ο αι. π.Χ. Πρόκειται για δυο
διαφορετικούς τύπους οδοντικών κατασκευών ένα αμιγώς οδοντικό γεφύρωμα και μια
συγκρατητική κατασκευή εύσειστων δοντιών. Δεδομένου ότι σε καμιά περιοχή της
Μέσης Ανατολής δεν παρατηρείται άλλη παρόμοια κατασκευή, θα πρέπει να
θεωρήσουμε ότι η φοινικική οδοντιατρική απαλλαγμένη από τη οπισθοδρόμηση την
οποία εμφάνιζε η μεσοποταμιακή και αιγυπτιακή οδοντιατρική πρωτοπορεί
δημιουργώντας οδοντικές κατασκευές μοναδικής τεχνοτροπίας. Ο εντοπισμός τους σε
δυο πολύ κοντινές νεκροπόλεις κοντά στη Σιδώνα μάς δίδουν το δικαίωμα να
ελπίζουμε ότι η γη του σύγχρονου Λιβάνου κρύβει κι άλλες εκπλήξεις.
Η Οδοντική Πρόσθεση Gaillardot
Πρόκειται
για την πλέον διάσημη οδοντική πρόσθεση της αρχαιότητας. Ανακαλύφθηκε τον Μάιο
του 1862 στη νεκρόπολη της αρχαίας Σιδώνας στον σημερινό Λίβανο από τον ιατρό Gaillardot, μέλος της αρχαιολογική αποστολής Renan. Σήμερα φυλάσσεται στο Τμήμα Ανατολικών Αρχαιοτήτων
του Μουσείου του Λούβρου στο Παρίσι με αριθ. κατ. ΑΟ 5777.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρωτότυπη εγγραφή του Gaillardot, όπως μας μεταφέρεται από τον Renan: «Αλλά αυτό που είναι πιο ενδιαφέρον είναι ένα τμήμα της άνω γνάθου μιας γυναίκας, το οποίο δείχνει δυο κυνόδοντες και τέσσερεις τομείς ενωμένους με ένα χρυσό σύρμα. Δύο από αυτούς τους τομείς φαίνεται να ανήκαν σε άλλο άτομο και να έχουν τοποθετηθεί εκεί με σκοπό να αντικαταστήσουν εκείνους που είχαν χαθεί.Αυτό το αντικείμενο που βρέθηκε σε έναν από τους αρχαιότερους τάφους αποδεικνύει ότι η οδοντιατρική τέχνη ήταν αρκετά προχωρημένη στη Σιδώνα».
Ωστόσο
μια λεπτομερέστερη μελέτη δείχνει ότι πρόκειται για μια οδοντική πρόσθεση στην πρόσθια
περιοχή της κάτω γνάθου η οποία εκτείνεται από τον δεξιό κυνόδοντα έως και τον
αριστερό κυνόδοντα. Για την κατασκευή της έχει χρησιμοποιηθεί σύρμα μικρής
διαμέτρου από καθαρό χρυσό. Το σύρμα είναι προσδεδεμένο στην μεν δεξιά πλευρά
στον κυνόδοντα, στη δε αριστερή πλευρά στους δυο τομείς (κεντρικό και πλάγιο)
και στον κυνόδοντα. Οι δεξιοί τομείς κεντρικός και πλάγιος είναι φυσικά δόντια
οι οποίοι είχαν ρόλο γεφυρώματος για την αντικατάσταση των αντίστοιχων
απολεσθέντων δοντιών του ατόμου. Φέρουν δύο οπές κατά την παρειο-γλωσσική φορά:
μια στο αυχενικό και μια στο κοπτικό τριτημόριο. Η αυχενική οπή χρησιμοποιείται
για την στερέωση των δοντιών στο σύρμα της κατασκευής, ενώ στις οπές του
κοπτικού τριτημορίου έχει χρησιμοποιηθεί ένα άλλο σύρμα ώστε να συγκρατήσει τα
δύο δόντια μεταξύ τους. Έτσι η συρμάτινη περίδεση ξεκινά από την άπω επιφάνεια
του δεξιού κυνόδοντα και περιβάλλει πλήρως το δόντι τρεις φορές στον αυχένα.
Κατόπιν, διατρέχει το μεσοδόντιο ανάμεσα στον δεξιό κυνόδοντα και το γεφύρωμα,
αγκαλιάζοντάς το παρειακά και γλωσσικά. Στη συνέχεια περνάει μέσα από την
αυχενική οπή του πλάγιου δεξιού τομέα και αφού περικυκλώσει τα σύρματα του
χρυσού από τη γλωσσική πλευρά επιστρέφει διατρέχοντας κατά πλάτος το κοπτικό
τμήμα, αγκαλιάζοντας τα οριζόντια σύρματα από τη χειλική πλευρά. Η ίδια
διαδικασία επαναλαμβάνεται στον δεξιό κεντρικό τομέα. Κατόπιν το σύρμα περνά
γύρω από τη γλωσσική επιφάνεια του αυχένα του αριστερού κεντρικού τομέα,
συνεχίζει στο μεσοδόντιο και στον αριστερό πλάγιο τομέα περιβάλλοντάς τον με το
χρυσό σύρμα χειλικά και επιστρέφει μέσα από το ίδιο μεσοδόντιο για να το
επαναλάβει στο επόμενο μεσοδόντιο χώρο. Όμως, σε αυτή την ένωση το χρυσό σύρμα
περικυκλώνει την ναρθηκοποίηση τόσο χειλικά όσο και γλωσσικά. Αφού έχει περάσει
γύρω από τον αυχένα του αριστερού κυνόδοντα στη γλωσσική επιφάνεια, το σύρμα
τυλίγεται από κάτω και ξαφνικά σταματά. Ένα ξεχωριστό σύρμα περνάει μέσα από
τις δυο κοπτικές οπές των δυο γεφυρωμάτων για να τα δέσει μαζί και τελειώνει
στη γλωσσική επιφάνεια.
Γίνεται
αντιληπτό από τα ανωτέρω ότι οι δυο περιγραφές παρουσιάζουν αξιοσημείωτες
διαφορές. Έτσι, ενώ ο Gaillardot αναφέρει ότι πρόκειται για πρόσθεση της άνω
γνάθου, από τη μελέτη με βάση τα οδοντικά ανατομικά πρότυπα φαίνεται να είναι
ένα γεφύρωμα της κάτω γνάθου. Μάλιστα στο έργο Mission de Phénicie του Renan , όπου υπάρχει
η αναφορά του Gaillardot, αποδίδεται το γεφύρωμα κακότεχνα σχεδιασμένο και
τοποθετημένο σε θέση η οποία φανερώνει ότι πρόκειται για πρόσθεση της άνω
γνάθου, όμως από τα ανατομικά χαρακτηριστικά των δοντιών δεν προκύπτει η
συγκεκριμένη δομή.
Εύλογο ήταν να ξεσπάσει διαφωνία ανάμεσα στους
μελετητές σχετικά με τη γνάθο στην οποία φέρονταν η πρόσθεση. Έτσι από την
πρώτη παρουσίαση της οδοντικής πρόσθεσης Gaillardot στην οδοντιατρική κοινότητα
από τον Van Marter το 1886, ο οποίος αποδέχθηκε άκριτα την εγγραφή
Gaillardot, μέχρι και τον Filderman
το 1931 υπήρξε μεγάλη σύγχυση. Ο τελευταίος χάρη σε επιτόπια εξέταση και
μετρήσεις τόσο των φυσικών όσο και των δοντιών αντικατάστασης του γεφυρώματος
έδειξε ότι ο χειλεογλωσσικές μετρήσεις στους αυχένες των δοντιών ήταν
μεγαλύτερες από τις εγγύς – άπω, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι πρόκειται για
οδοντική κατασκευή της κάτω γνάθου.
Ένα
δεύτερο πρόβλημα αφορά την προέλευση των δοντιών αντικατάστασης, δηλαδή εάν ανήκουν
στο ίδιο το άτομο ή προέρχονται από άλλο.
Τα τεχνητά δόντια, δεξιός κεντρικός τομέας και δεξιός πλάγιος τομέας
χάθηκαν προφανώς συνεπεία περιοδοντικής νόσου. Κατά τον Weinberger ο οποίος
αποφαίνεται με βάση ασπρόμαυρες φωτογραφίες, χωρίς να εξετάσει προσωπικά
το δείγμα, το ένα από τα δύο δόντια προέρχεται από άλλο άτομο. Καταλήγει στο
συμπέρασμα αυτό με βάση την εικόνα του αριστερού κεντρικού τομέα, ο οποίος
εμφανίζεται στενότερος και μακρύτερος από τον αντίστοιχο δεξιό τομέα. Ωστόσο, ο
Van Marter, και στη συνέχεια ο Guerini και ο Lufkin, υποθέτει ότι
και τα δύο δόντια προέρχονται από άλλο δότη. Τέλος ο Ring διατυπώνει τη λανθασμένη άποψη ότι τα δόντια είναι
φτιαγμένα από ελεφαντόδοντο. Οριστική απάντηση δεν μπορεί να δοθεί καθώς το
εύρημα δεν έχει μελετηθεί σχετικά πρόσφατα με τις πλέον σύγχρονες μεθόδους οι
οποίες θα μας οδηγούσαν σε πιο ασφαλή συμπεράσματα.
Επόμενο
ζήτημα τίθεται σε σχέση με την χώρα προέλευσης της κατασκευής. Σύμφωνα με τον Rene, ανάμεσα στα κτερίσματα τα οποία συνόδευαν τη νεκρή
στην τελευταία της κατοικία συμπεριλαμβάνονται 12 αγαλματίδια από γαλάζια
αιγυπτιακή φαγεντιανή, τα οποία αναπαριστούν αιγυπτιακές θεότητες, και ένας
αιγυπτιακός σκαραβαίος. Αυτά τα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν ότι η οδοντική
πρόσθεση συνδέεται με την αιγυπτιακή οδοντιατρική, δεδομένου ότι στην Αίγυπτο
δεν εντοπίζεται καμία πρόσθεση πριν την ρωμαϊκή κατάκτησή της, όπως θα δούμε
και στη συνέχεια. Επιπρόσθετα ο Becker θεωρεί ότι δεν
είναι σαφές από τη σχετική εγγραφή του Renan εάν τα αιγυπτιακά δείγματα είχαν τοποθετηθεί σαν
προσφορές ή ήταν όντως αιγυπτιακής προελεύσεως η κάτοχός τους.
Σε
ό,τι αφορά τη χρονολόγηση αν και οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι
πρόκειται για ένα εύρημα το οποίο χρονολογείται περί τον 4ο αι.
π.Χ., εντούτοις το Μουσείο όπου φυλάσσεται δίδει ένα μεγαλύτερο εύρος
τοποθετώντας το μεταξύ του 6ου έως 4ου αι. π.Χ. Το
αξιοπερίεργο είναι ότι ο Renan αναφέρει ότι μεταξύ άλλων στον τάφο ανευρέθηκε
ένα χάλκινο νόμισμα, χωρίς να αναφέρει άλλες λεπτομέρειες για αυτό. Η ανακάλυψη
του νομίσματος σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα κτερίσματα δεν επιτρέπει μια τόσο
μεγάλη απόκλιση.
Ένα
τελευταίο ζήτημα που έχει προβληματίσει είναι το φύλο της φέρουσας την οδοντική
πρόσθεση. Ήδη από το 1934 ο Clawson
αμφισβητεί τη θεώρηση του Gaillardot ότι πρόκειται για γυναίκα, διότι όπως
αναφέρει δεν υπάρχουν χαρακτηριστικές διαφορές στην οδοντική μορφολογία ανάμεσα
στους άνδρες και τις γυναίκες. Παραδόξως ο Becker αποδέχεται ότι σωστά ο Gaillardot αναγνώρισε το
άτομο ως γυναίκα αν και γενικά εσφαλμένα θεωρεί ότι οι οδοντικές προσθέσεις που
ανακαλύφθηκαν στην Ανατολική Μεσόγειο αφορούσαν μόνο άντρες. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν θα πρέπει να
διαφεύγει της προσοχής μας ότι βρέθηκε σκελετικό υλικό και δεν αποκλείεται η
λεκάνη να εντοπίστηκε ατόφια. Ο Gaillardot, ο οποίος συμμετείχε στην αποστολή
του Renan ως ιατρός και όχι ως αρχαιολόγος, είναι ίσως πιθανό να κατέληξε σε
αυτή την άποψη λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που ανακαλύφθηκαν εντός του
τάφου: κτερίσματα και σκελετικά υπολείμματα.
Η Οδοντική Κατασκευή Ford (ή Torrey)
Αποτελεί
μια συγκρατητική κατασκευή, η οποία ανακαλύφθηκε κατά διάρκεια ανασκαφών της American School of Oriental
Research in Jerusalem
1,5 χιλιόμετρο νοτιανατολικά της Σιδώνας. Πρόκειται για μια περιοχή, η οποία
βρίσκεται κοντά σε εκείνην που έδρασε η αποστολή Renan, όπου και ανακαλύφθηκε η πρώτη φοινικική οδοντική
πρόσθεση. Η έτερη οδοντική κατασκευή ανακαλύφθηκε από τον Torrey στις αρχές (Ιανουάριος-Φεβρουάριος) του 1901 και
για αυτό ο Asbell την αποκαλεί ως
οδοντική κατασκευή Torrey. Όμως είναι περισσότερο γνωστή ως κατασκευή Ford προς τιμή του ζεύγους που κληροδότησε το εύρημα στο
Αρχαιολογικό Μουσείο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου της Βηρυτού, όπου
φυλάσσεται μέχρι και σήμερα.
Σύμφωνα με τον Torrey, βρέθηκε στην ανθρωπόμορφη σαρκοφάγο υπ. αριθ. 8, η οποία ήταν κατασκευασμένη από παριανό μάρμαρο και έφερε τέσσερεις λαβές: δυο στους ώμους και δυο στα κάτω άκρα. Στη μια από τις λαβές των κάτω άκρων ήταν χαραγμένο το ελληνικό γράμμα “Δ”. Ο ένοικος της ήταν άνδρας ο οποίος έφερε χρυσό σφραγιδόλιθο εξαιρετικής ελληνικής κατασκευής. Ο άνδρας έφερε στην κάτω γνάθο μια οδοντική κατασκευή, όπως ο Torrey αναφέρει χαρακτηριστικά: «... το πλέον ενδιαφέρον ήταν ένα αξιοσημείωτο δείγμα οδοντιατρικής το οποίο είχε εφαρμοστεί στο άτομο που είχε ενταφιαστεί στην ανθρωπόμορφο σαρκοφάγο 8. Είχε υποφέρει από φατνιακή πυόρροια (όπως με διαβεβαίωσαν οι οδοντίατροι με βάση τις φωτογραφίες) και αρκετά από τα κάτω πρόσθια δόντια ήταν ιδιαίτερα εύσειστα. Ο οδοντίατρός του είχε λοιπόν τότε αναλάβει να φτιάξει μια “γέφυρα” από χρυσό σύρμα χρησιμοποιώντας τα υγιή δόντια της κάθε πλευράς ως στηρίγματα. Η κατασκευή ήταν απολύτως επιτυχής στον κύριο στόχο της να συγκρατήσει τα δόντια σταθερά στη θέση τους. Ένα παρόμοιο δείγμα αρχαίας οδοντιατρικής επίσης από τη Σιδώνα βρέθηκε από τη γαλλική αποστολή το 1860 και φυλάσσεται τώρα στο Λούβρο.»
Πριν όμως προχωρήσουμε στην παρουσίαση της οδοντικής συγκρατητικής πρόσθεσης οφείλουμε να σταθούμε σε μια σειρά από στοιχεία τα οποία αποτελούν αποχρώσες ενδείξεις ότι ο άνδρας ο οποίος τη φέρει ήταν πιθανόν Έλληνας. Σημαντικά στοιχεία είναι το ελληνικό δακτυλίδι που έφερε και όλοι οι σαρκοφάγοι της νεκρόπολης, οι οποίες ήταν από παριανό μάρμαρο με ελληνικά μονογράμματα. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι η ανεύρεση τμήματος ταφικής ελληνικής επιγραφής σε μάρμαρο. Δυστυχώς ο Torrey δεν αναφέρει το περιεχόμενο της επιγραφής, το οποίο μαζί με τα υπόλοιπα ευρήματα δημιουργεί βάσιμες υποψίες ότι πρόκειται για ελληνικό ταφικό σύμπλεγμα και ο ένοικος του τάφου 8 πιθανότατα να ήταν Έλληνας.
Ως
προς τη χρονολόγηση, δεδομένου ότι η ανθρωπόμορφη σαρκοφάγος δεν έφερε ίχνη
σύλησης και άρα δεν είχε παραβιαστεί θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ανάγεται τον 5ο
με 4ο αι. π.Χ. με βάση την τεχνοτροπία της. Όμως πρέπει να
επισημάνουμε ότι στο ταφικό σύμπλεγμα
εντοπίσθηκαν νομίσματα, αρκετά διαβρωμένα, τα οποία φέρουν την κεφαλή του
αυτοκράτορα Ηλιογάβαλου, ο οποίος παρέμεινε στο θρόνο από το 218 έως 222 μ.Χ.
Υπάρχουν και άλλες ενδείξεις που πιστοποιούν ότι οι τάφοι χρησιμοποιούνταν
συστηματικά και αδιάλειπτα σε όλη τη διάρκεια της ύστερης αρχαιότητας, αλλά το
γεγονός ότι ο Torrey βρήκε τον τάφο ανέπαφο
μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι του 5ου με 4ου αι.
π.Χ. και ότι το άτομο το οποίο έφερε την οδοντική κατασκευή ήταν έλληνας, ο
οποίος ζούσε στη Σιδώνα πιθανότατα μαζί με την οικογένειά του, μιας και ο τάφος
9 θεωρείται από τον ανασκαφέα ότι ανήκει στη σύζυγό του.
Ως
προς την κατασκευή θα πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτή προορίζονταν για να
συγκρατήσει στη θέση τους τα 6 πρόσθια δόντια της κάτω γνάθου τα οποία έπασχαν
από περιοδοντική νόσο. Ακτινογραφίες της γνάθου Ford αποκαλύπτουν τυπικές βλάβες της νόσου η οποία
φαίνεται ότι ήταν ενεργός κατά το χρόνο θανάτου του ασθενούς. Η ίδια η
κατασκευή αποτελείται από ένα λεπτό σύρμα καθαρού χρυσού έξυπνα περιελιγμένο
και σταθεροποιημένο στα 6 πρόσθια δόντια της κάτω γνάθου. Αρχικά το σύρμα
ολοκληρώνει δυο περιστροφές γύρω από την ομάδα των 6 δοντιών ξεκινώντας από τον
αριστερό κυνόδοντα. Επιστρέφοντας πίσω στο αρχικό σημείο με μια δεύτερη στροφή
το σύρμα περνά μέσα από ένα βρόγχο στο ελεύθερο άκρο του και εν συνεχεία
επαναδιπλώνεται φτιάχνοντας ένα κόμπο παρόμοιο με τη ναυτική καντηλίτσα. Από
αυτόν τον κόμπο το σύρμα περνάει κάτω από το μεσοδόντιο χώρο, εσωτερικά,
ανάμεσα στον κυνόδοντα και τον αριστερό πλάγιο. Καθώς περνά μέσα από το
μεσοδόντιο καμπυλώνεται προς τα κάτω φτάνοντας στο ύψος των ούλων που είχε το
άτομο όταν ήταν εν ζωή. Περιβάλλοντας το επόμενο δόντι αναδύεται μέσα από τον
επόμενο μεσοδόντιο χώρο δημιουργώντας μια παρόμοια καμπύλωση προς τα επάνω στο
επίπεδο του διπλού στηρικτικού σύρματος, όσο το δυνατόν, εγγύτερα στα σημεία
επαφής στηρίζοντας έτσι το κάθε δόντι στο μεσοδόντιο σε επιφάνεια περίπου στο
μισό του πλήρους μήκους του. Το σύρμα συνεχίζει έτσι κυματιστά σε μια φορά
αντίθετη με τους δείκτες του ωρολογίου μέσα σε όλους τους μεσοδόντιους χώρους
εκτός από τον τελευταίο. Η κατασκευή τελειώνει με μια σύντομη θηλιά γύρω από τα
συγκρατητικά σύρματα.
Σύμφωνα
με τον Clawson είναι αξιοσημείωτη η στενή προσαρμογή του στους
αυχένες των δοντιών. Στον κάτω δεξιό κυνόδοντα εναποθέσεις από τον σίελο είχαν
επικαλύψει την κατασκευή στο σημείο αυτό. Αυτό αποδεικνύει ότι η κατασκευή ήταν
λειτουργική και δεν είχε τοποθετηθεί μετά θάνατο. Ο Clawson από την εξέταση του
κρανίου συμπεραίνει ότι το άτομο το οποίο έφερε την κατασκευή ήταν μέσης
ηλικίας, ιδιαίτερα μεγαλόσωμο με δυνατούς μύες, παρουσιάζοντας αποτριβές στις
μασητικές και κοπτικές επιφάνειες των δοντιών. Τα δόντια του θα πρέπει να
καταπονούνταν ιδιαίτερα κατά τη μάσηση και κάθε άλλη συγκρατητική κατασκευή δεν
θα ήταν το ίδιο επιτυχής.
Κουτρουμπας Δ., Πανεπιστημιακές Παραδόσεις Ακαδημαϊκού Έτους 2011 - 2012.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου